top of page

Ελευσίνια Μυστήρια

  • Writer: Πυθαγόρεια Σοφία
    Πυθαγόρεια Σοφία
  • Nov 1, 2025
  • 12 min read

Updated: Nov 6, 2025

Ο πίνακας της Νιννίου
Ο πίνακας της Νιννίου

Η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου για τη μετάβασή του από την κατάσταση του «όντος» σε εκείνη του «μη όντος» υπήρξε ο θεμέλιος λίθος για τη γένεση και διάδοση των θρησκειών από τις πρωτόγονες κοινωνίες μέχρι τις μέρες μας. Εκεί όπου η επιστήμη και η φιλοσοφία αδυνατούσαν να δώσουν λογικοφανείς απαντήσεις, ερχόταν η πίστη και η μέθεξη σε τελετουργίες για να προτείνουν μεταφυσικά ενδεχόμενα και να απαλύνουν την αγωνία του θανάτου.


Η κάθε πίστη προϋποθέτει την εθελοντική συμμετοχή σε αρχές, κανόνες και εκδηλώσεις, δηλαδή την μύηση του πιστού, προκειμένου να προσφέρει τις απαντήσεις που αναζητά. Οι περισσότερες θρησκείες πρότειναν δημόσια αυτήν την μύηση, άλλες όμως, όπως τα Ελευσίνια Μυστήρια, έθεταν ως προϋπόθεση την απόλυτη μυστικότητα. Η μυστικότητα, το μυστήριο και ο κλειστός κύκλος των μυημένων έδωσαν τη μέγιστη αίγλη στις τελετές και οι μυημένοι αισθάνονταν προνομιούχοι, επειδή μετείχαν σε κάτι ιδιαίτερο και μεγάλο.


Η επικρατέστερη θεωρία θέλει τα Ελευσίνια Μυστήρια να αναπαριστούν τον κύκλο της ζωής, γέννηση, ανάπτυξη, φθορά και θάνατο, ως μία αέναη διαδικασία. Η κεντρική ιδέα, επενδυμένη με την αυστηρή τελετουργία της μύησης και τον όρκο σιωπής, έκανε επί πολλούς αιώνες τα Μυστήρια κεντρικό θρησκευτικό θεσμό των Αρχαίων Ελλήνων και παραμένει μέχρι τις ημέρες μας γοητευτικός μέσα από τα αναπάντητα ερωτήματά του.


Η ιστορία του ιερού τεμένους της Ελευσίνας

Ο πρώτος ναός του Ιερού της Ελευσίνας χτίστηκε από τον Κελεό, τον μυθικό βασιλιά της Ελευσίνας, γύρω στο 1400 π.Χ., όπου γίνονταν τελετές προς τιμή της θεάς Δήμητρας και δίνονταν μυήσεις αρχικά μόνο σε πολίτες της Ελευσίνας και της Αθήνας. Το Ιερό απέκτησε πανελλήνια φήμη και λαμπρότητα την εποχή του Πεισίστρατου (550-510 π.Χ.), όταν κτίστηκε το Τελεστήριο, μία μεγάλη τετράγωνη υπόστυλη αίθουσα χωρίς καθόλου παράθυρα, η οποία φωτιζόταν από ένα μικρό άνοιγμα στο κέντρο της οροφής. Στο κέντρο του Τελεστηρίου υπήρχε το «ανάκτορο», ένα ορθογώνιο λίθινο κτίσμα, στο οποίο εισερχόταν μόνο ο Ιεροφάντης. Το τέμενος περιελάμβανε το Καλλίχορο φρέαρ, το Πλουτώνειο, τον ναό του Πλούτωνα (με κατάβαση στην Κάτω Κόσμο) και την Αγέλαστο Πέτρα, όπου σύμφωνα με τον μύθο ξεκουράστηκε η θεά Δήμητρα όταν έφτασε στην Ελευσίνα αναζητώντας την Κόρη.


Στους περσικούς πολέμους το ιερό καταστράφηκε και ο Περικλής γύρω στα 435 π.Χ. ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Ικτίνο την κατασκευή ενός μεγαλύτερου τετράγωνου Τελεστηρίου, του οποίου η στέγη στήριζαν 42 κίονες και χωρούσε 5.000 άτομα. Η τελευταία του ακμή σημειώνεται στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν οι αυτοκράτορες Αδριανός, Αντωνίνος Ευσεβής και Μάρκος Αυρήλιος ολοκλήρωσαν τη μνημειώδη μορφή του με θριαμβικές αψίδες και προπύλαια όμοια με της Ακρόπολης των Αθηνών. Με την απαγόρευση των αρχαίων λατρειών από τον Θεοδόσιο (381 μ.Χ.), το ιερό παρήκμασε για να μεταβληθεί σε ερείπια από τους Βησιγότθους το 395 μ.Χ.


Οι τελετάρχες

Οι αξιωματούχοι που διαχειρίζονταν τη λατρεία των Μυστηρίων προέρχονταν από τα δύο ιερατικά γένη της Ελευσίνας, τους Ευμολπίδες και τους Κήρυκες. Βασικός ιερέας είναι ο ιεροφάντης που φανέρωνε τα ιερά σκεύη την στιγμή της μύησης. Δίπλα του στεκόταν η ιέρεια της Δήμητρας ως το αρχαιότερο πρόσωπο της λατρείας. Τρίτος αξιωματούχος ήταν ο δαδούχος που συνόδευε τον ιεροφάντη στην εναρκτήρια τελετή των Μυστηρίων και τέταρτος ο «ιερέας του ναού» που επέβλεπε την ολοκλήρωση των ιεροπραξιών. Οι ιερείς και ιέρειες επιλέγονταν εφ’ όρου ζωής και απολάμβαναν προνόμια και μεγάλο κύρος.


Οι εννέα μέρες των Ελευσινίων Μυστηρίων

Τα Ελευσίνια Μυστήρια τελούνταν σε δύο στάδια. Τον μήνα Ανθεστηρίωνα (Μάρτιο), τελούνταν τα Μικρά Μυστήρια στο προάστιο των Αθηνών Άγρα (κοντά στον Ιλισό), κατά τα οποία οι ιερείς προετοίμαζαν τους πιστούς με κατήχηση για τα Μεγάλα Μυστήρια που λάμβαναν χώρα τον μήνα Βοηδρομίωνα (τέλη Σεπτέμβριου) σε Αθήνα και Ελευσίνα και διαρκούσαν εννέα ημέρες, όσες ημέρες περιπλανήθηκε κατά τον μύθο η Δήμητρα στη Γη, αναζητώντας την Κόρη.


Την πρώτη ημέρα στην Ελευσίνα, οι πιστοί θυσίαζαν στους βωμούς της Δήμητρας και της Κόρης και στην «εσχάρα» για τους θεούς του Κάτω Κόσμου και στη συνέχεια ξεκινούσε η πομπή από την Ελευσίνα προς την Αθήνα, αποτελούμενη από πεζούς και άμαξες που έσερναν βόδια, με επικεφαλής την ιέρεια της θεάς, ακολουθώντας την Ιερά Οδό. Η ιέρεια κρατούσε μέσα σε κίστη (κιβώτιο) τα ιερά σύμβολα και τα μετέφερε στο Ελευσίνιο, στο πιο υψηλό μέρος της αρχαίας Αγοράς, στους πρόποδες της Ακρόπολης.


Την δεύτερη ημέρα, στις 15 Βοηδρομιώνα, άρχιζε επίσημα η γιορτή με την πανσέληνο. Ο Βασιλεύς καλούσε όλο τον δήμο και τους υποψήφιους μύστες σε συγκέντρωση (αγυρμός) στην Ποικίλη Στοά και ο ιεροφάντης και ο δαδούχος ανακοίνωναν την επίσημη έναρξη των Μυστηρίων (πρόρρησις), καλούσαν τον λαό να συμμετάσχει στην γιορτή και ανακοίνωναν τα ονόματα εκείνων που απαγορευόταν να λάβουν μέρος στα Μυστήρια, οι ένοχοι φόνου, οι ιερόσυλοι και εκείνοι που δεν μιλούσαν την ελληνική γλώσσα.


Την τρίτη ημέρα, οι υποψήφιοι μαζί με μικρά γουρουνάκια πήγαιναν στο Φάληρο, όπου αφού πλένονταν και εξαγνίζονταν στην θάλασσα θυσίαζαν τα χοιρίδια. Το χοιρίδιο αντιπροσώπευε την ζωώδη-τιτανική φύση του ψυχισμού του μύστη, η οποία πρέπει να θυσιαστεί, ώστε να αναδειχθεί ο θείος εαυτός. Επέστρεφαν στην Αθήνα και παρέμεναν στα σπίτια τους με ενδοσκόπηση, αποχή από σεξ και κάποιες τροφές για 3 ημέρες, μέχρι το απόγευμα της έκτης ημέρας που ξεκινούσε η μεγάλη πομπή από Αθήνα προς Ελευσίνα.


Την τέταρτη ημέρα, ο άρχοντας βασιλέας τελούσε μια μεγάλη θυσία στο Ελευσίνιο, προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης, και προσεύχονταν για την πόλη. Στην συνέχεια τελούνταν οι θυσίες των επίσημων αντιπροσωπειών των άλλων πόλεων.


Την πέμπτη ημέρα, λάμβανε χώρα θυσία στο Ελευσίνιο προς τιμήν του Ασκληπιού και μια μικρή πομπή μέχρι το κοντινό Ασκληπιείο και στην συνέχεια γινόταν η προετοιμασία όσων υποψηφίων καθυστέρησαν να φθάσουν.


Η έκτη ημέρα, του Ίακχου, ήταν η πιο επίσημη και επιβλητική ημέρα των εξωτερικών τελετών των Μυστηρίων, γιατί επέστρεφαν στην Ελευσίνα τα ιερά αντικείμενα. Η πομπή ξεκινούσε νωρίς το απόγευμα από το Ελευσίνιο, περνώντας από το Ιακχείο δίπλα στο Δίπυλο, παραλάμβαναν το ξόανο του Ιάκχου. Στην κορυφή της πομπής βρισκόταν το άρμα του Ίακχου με το ξόανο του θεού, το οποίο συνόδευε ο ιακχαγωγός. Πίσω από τον Ίακχο ακολουθούσε η άμαξα με τις ιέρειες και τις κίστες που περιείχαν τα ιερά αντικείμενα. Κοντά στα ιερά αντικείμενα βάδιζαν οι μυσταγωγοί και οι υποψήφιοι μύστες στεφανωμένοι με κλαδιά μυρτιάς και κρατώντας ραβδιά από κλαδιά μυρτιάς δεμένα με μαλλί προβάτου. Ακολουθούσαν ο ιεροφάντης, ο δαδούχος, οι ιερείς και οι ιέρειες. Πιο πίσω ακολουθούσαν οι αξιωματούχοι του κράτους, ξένες πρεσβείες και στο τέλος ο απλός κόσμος, πεζοί, με γαϊδουράκια ή με άμαξες. Η πομπή ακολουθούσε την σημερινή Ιερά Οδό μέχρι το ύψος του Δαφνίου που ενωνόταν με την σημερινή λεωφόρο Αθηνών. Λίγο πριν φθάσουν στη θάλασσα στα δεξιά βρισκόταν ιερό της Αφροδίτης, ανέβαιναν στον βράχο και έβγαιναν στην πίσω πλευρά των δύο λιμνών των Ρειτών. Η πομπή καθ’ όλη την διαδρομή έκανε 9 στάσεις, σε ιερά θεών ή ηρώων που είχαν σχέση με την Δήμητρα και έκαναν θυσίες ή σπονδές και έψαλαν ύμνους. Στην Ελευσίνα έφθαναν τα μεσάνυχτα, υπό το φως των πυρσών και μπροστά στο Καλλίχορο πηγάδι πάνω από το οποίο η Δήμητρα είχε ζητήσει να χτιστεί ο Ναός της, οι μυημένοι έψαλλαν τον ύμνο του Ίακχου και οι γυναίκες χόρευαν στο φως των αναμένων δαδών. Μετά αποσυρόταν τα ιερά αντικείμενα και το άγαλμα του Ίακχου σε κάποιον ναό.


Η έβδομη ημέρα ξεκινούσε το πρωί με προσφορά στους θεό Διόνυσο του πέλανου, ένα είδος πίτας φτιαγμένο από σιτάρι και κριθάρι θερισμένο από το ιερό Ράριο πεδίο. Στην συνέχεια ακολουθούσε η επίσημη θυσία στην Δήμητρα και την Κόρη και τους άλλους Ελευσίνιους θεούς, υπέρ της πόλης και του λαού της Αθήνας. Οι υποψήφιοι αναπαύονταν, υποβάλλονταν σε καθολική νηστεία και λουτρό με νερό, περιμένοντας την νύκτα. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι λάμβανε χώρα στο Τελεστήριο η τελετή της μύησης του πρώτου βαθμού.


Η όγδοη ημέρα της εποπτείας ξεκινούσε μόλις έπεφτε το σκοτάδι και λάμβανε χώρα στο Τελεστήριο η εποπτεία, δηλαδή η μύηση σε δεύτερο βαθμό, για τους ήδη από παλαιότερα μυημένους.


Η ένατη ημέρα ήταν ημέρα αφιερωμένη στους νεκρούς, που τους πρόσφεραν σπονδές με ειδικά αγγεία, τις πλημμοχόες. Κάθε μύστης γέμιζε 2 πλημμοχόες με νερό, έπειτα σήκωνε την μία προς την ανατολή και την άλλη προς την δύση και έχυνε νερό λέγοντας ταυτόχρονα κάποια μυστική ρήση. Επίσης όσοι μύστες ήθελαν αφιέρωναν τα ρούχα τους στις θεές, ενώ άλλοι τα έπαιρναν για να τα χρησιμοποιήσουν ως σπάργανα για τα παιδιά τους, για να τα προφυλάσσουν από ασθένειες και συμφορές. Ο Πλούταρχος λέει ότι στο τέλος των Μυστηρίων γινόταν ένα μεγάλο πανηγύρι από το βράδυ μέχρι το πρωί. Την επομένη όλοι έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού για τα σπίτια τους και οι μυημένοι επέστρεφαν βελτιωμένοι ηθικά, με μειωμένο τον φόβο για τον θάνατο και αυξημένη την ελπίδα για καλύτερη ζωή.


Ο Ομηρικός Ύμνος προς τη Δήμητρα τελειώνει: «Ευλογημένος είναι αυτός από τους ανθρώπους που έχει δει αυτά τα πράγματα, μα δεν μπορεί να είναι καλή η μοίρα εκείνου που δεν έχει μυηθεί και δεν πήρε μέρος στα ιερά απ’ τη στιγμή που χάνεται κάτω από τα ομιχλώδη σκοτάδια».


Η νύκτα της μύησης


Η πόση του κυκεώνα

Όταν στον νυχτερινό ουρανό εμφανιζόταν η Αφροδίτη ο Ιεροκήρυξ φώναζε δυνατά «Εκάς, Εκάς, εστέ βέβηλοι», δηλαδή «απομακρυνθείτε μακριά οι ασεβείς» και οι υποψήφιοι μύστες φορώντας καθαρά λευκά ιμάτια εισέρχονταν στον περίβολο του Πλουτώνιου, άφηναν τις ράβδους τους και στην συνέχεια έπιναν τον κυκεώνα, ένα μείγμα νερού, κριθάλευρου, τρίματα κατσικίσιου τυριού και βλήχονα (φλισκούνι), όπως είχε κάνει η Δήμητρα. Υπάρχει η άποψη ότι η πόση του κυκεώνα δεν ήταν μόνο για θρησκευτικούς λόγους, αλλά ότι ήταν το όχημα για οραματικές εμπειρίες. Μετά την πόση του κυκεώνα μπροστά στην κεντρική ανατολική είσοδο του Τελεστηρίου η Ιεροφάντις τοποθετούσε στο κεφάλι των υποψήφιων μυστών ένα στεφάνι από το οποίο κρέμονταν ταινίες. Η στέψη καθιέρωνε τον μύστη στην θεότητα, η οποία τον περιέβαλλε με θεία δύναμη. Στην συνέχεια ο Ιεροφάντης διάβαζε τα ονόματα τους που ήταν γραμμένα σε λευκούς ξύλινους πίνακες και οδηγούμενοι από τον Ιεροφάντη και τον Δαδούχο έμπαιναν στο Τελεστήριο, όπου κάθε υποψήφιος έπαιρνε την θέση του στις βαθμίδες.


Στο Τελεστήριο

Ακολουθούσαν τα ιερά δράματα, που αποκαλούνταν όργια και χωρίζονταν σε δεικνυόμενα, λεγόμενα και δρώμενα και τέλος ακολουθούσαν οι ιεροτελεστίες της μύησης.


Πρώτα τα δεικνυόμενα. Ο Ιεροφάντης ντυμένος με την επίσημη πορφυρή στολή του άνοιγε τις πόρτες του άδυτου ή ανακτόρου, όπου φυλάσσονταν τα ιερά αντικείμενα τα εμβλήματα και πιθανόν και το ξόανο της Δήμητρας και εν σιωπή τα έδειχνε στους υποψήφιους μύστες. Με την εμφάνιση των ιερών αντικειμένων η αίθουσα του Τελεστηρίου γέμιζε φως. Ποια ήταν τα ιερά αντικείμενα των δεικνυόμενων δεν γνωρίζουμε.


Στην συνέχεια ο Ιεροφάντης πρόφερε τα λεγόμενα ή απόρρητα, τα οποία σύμφωνα με την παράδοση παραδόθηκαν στον Εύμολπο από θεία όντα, όπως πιστοποιείται από 2 επιγραφές. Τα λεγόμενα ήταν σύντομες φράσεις, επικλήσεις, ακούσματα ή οδηγίες, τις οποίες οι μύστες έπρεπε να τις προφέρουν, για να έχουν ασφαλή μετάβαση στην μεταθανάτια ζωή. Και τέλος τα δρώμενα ήταν αναπαράσταση της αρπαγής της Περσεφόνης (ιέρεια Δήμητρας) από τον Πλούτωνα (ιεροφάντης), οι θρήνοι της Δήμητρας και η χαρά της από την ανεύρεση της Κόρης, υπό το φως των δαδών που κρατούσε ο δαδούχος. Την στιγμή της αρπαγής, που η Περσεφόνη έβγαζε κραυγή ζητώντας βοήθεια από την μητέρα της, ο ιεροφάντης χτυπούσε ένα χάλκινο ηχείο, του οποίου ο ήχος ξεκινούσε υπόκωφα και αύξανε κλιμακωτά σε ένταση ώστε να προκαλεί μεγαλύτερη ψυχική ένταση.


Ο Ρωμαίος χριστιανός συγγραφέας Λακτάντιος λέει ότι οι μύστες κρατώντας πυρσούς συνόδευαν εν σιωπή την Δήμητρα (ιέρεια Δήμητρας) σε αναζήτηση της Κόρης και περιδιάβαιναν τα πολλά διαμερίσματα που σχηματίζονταν από τους 42 κίονες του τελεστηρίου (6 σειρές των 7 κιόνων), που αναπαριστούσαν διάφορες περιοχές του Κάτω Κόσμου, και έβλεπαν φιγούρες τεράτων που τους τρομοκρατούσαν. Έτσι μάθαιναν την τοπιογραφία του Κάτω Κόσμου αλλά και με ποιόν τρόπο θα έπρεπε να διαλέξουν τον δρόμο τους μετά τον θάνατο τους (κάτι ανάλογο γινόταν και στα Ορφικά Μυστήρια).


Το δράμα τελείωνε με την άνοδο της Περσεφόνης στην επιφάνεια της γης, συνοδεία του Ερμή (τον υποδυόταν ο ιεροκήρυκας) και την συνάντηση της μητέρας με την Κόρη. Οι υποψήφιοι αφού αρχικά περιπλανιόνταν στον Κάτω Κόσμο, βίωναν συναισθήματα φόβου και τρόμου, στην συνέχεια άνοιγαν οι πόρτες του άδυτου και έβγαινε ο ιεροφάντης λουσμένος στο φως και έβλεπαν την Περσεφόνη μέσα σε ένα θαυμάσιο φως και βίωναν άφατη χαρά.

Ο Πρόκλος (Σχόλια στην Πολιτεία του Πλάτωνα) λέει «σε όλες τις μυήσεις και τα μυστήρια οι θεοί μερικές φορές εμφανίζονται σαν άμορφο φως και άλλοτε σαν φως με ανθρώπινο σχήμα». Ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πορφύριος λέει «όσοι έχουν θέα του φωτός πέφτουν συχνά σε ένα είδος ύπνου, αποσπώμενοι από το σώμα μέσα σε βαθιά σιωπή και με κατάργηση όλων των αισθήσεων». Ο πυθαγόρειος Πλούταρχος στο έργο του «Περί ψυχής» λέει: «η ψυχή την στιγμή του θανάτου βιώνει την ίδια εντύπωση με εκείνους που μυούνται στα Μεγάλα Μυστήρια. Αρχικά η ψυχή περιπλανάται ανήσυχη σε περιπλανήσεις ατέρμονες και κλωθογυρίσματα μέσα στα σκοτάδια και βιώνει τρόμο, τρέμουλο, φρίκη, αγωνία. Στην συνέχεια εμφανίζεται ένα υπέροχο φως και η ψυχή περνά μέσα από τόπους αγνούς και λιβάδια, όπου αντηχούν ύμνοι, χοροί, ιερά λόγια και θεϊκές εμφανίσεις, που εμπνέουν θρησκευτικό σεβασμό.»


Η μύηση ακολουθούσε μετά τα δρώμενα, για την οποία δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα. Φαίνεται ότι η μύηση περιελάμβανε δύο μέρη, όπου στο πρώτο μέρος οι υποψήφιοι περνούσαν από μια κατωφερή πύλη που συμβόλιζε την κάθοδο και περιπλάνηση στον Κάτω Κόσμο και στο δεύτερο μέρος διέρχονταν από μια άλλη πύλη που οδηγούσε προς τα άνω σε μια αίθουσα άπλετα φωτισμένη, όπου βρισκόταν το άγαλμα της Δήμητρας, που συμβόλιζε τους ολόφωτους κόσμους των νοητών, τα λεγόμενα Ηλύσια Πεδία, που λάμπουν από το Φως της Αλήθειας, όπου κατοικούν οι τελειωμένες ψυχές και οι αθάνατοι θεοί. Όλες οι μαρτυρίες μιλάνε για εμπειρίες φωτός, ανάλογες των στιγμών του θανάτου. Στο τέλος της μύησης στα Ελευσίνια μυστήρια (και στα Ορφικά) ο ιεροφάντης έλεγε στον υποψήφιο: «υπέστης την ιερά αλλοίωση». Το ίδιο ελαφρά παραλλαγμένο: «υπέστης την ιερά αλλοίωση της δεξιάς» λέγεται κατά την τελετή εισδοχής από ιερέας σε αρχιμανδρίτη, στην Ορθόδοξη Χριστιανική εκκλησία.


Η νύκτα της εποπτείας

Επόπτης σημαίνει αυτός που επιστατεί, δηλαδή αυτός που είδε και γνώρισε. Στην εποπτεία έπαιρναν μέρος οι μύστες που είχαν μυηθεί τουλάχιστον 1 χρόνο πριν. Φαίνεται ότι η εποπτεία ήταν αφιερωμένη στον Διόνυσο, με κύριο δρώμενο την Ιερογαμία.


Ιερογαμία

Ο Ιππόλυτος χριστιανός επίσκοπος Ρώμης και ο Πρόκλος αναφέρουν ότι στην τελετή της εποπτείας λάμβανε χώρα η ιερογαμία του Δία (Ιεροφάντης) με την Δήμητρα ή την Περσεφόνη (την υποδυόταν η Ιέρεια της Δήμητρας), οι οποίοι κατέβαιναν μόνοι τους σε μια σκοτεινή κρύπτη, αφού πρώτα έσβηναν όλες οι δάδες και ακολουθούσε η εικονική ένωση των 2 θεών. Όταν ολοκληρωνόταν ο Ιερός Γάμος έβγαινε ο Ιεροφάντης από το καταβάσιον υπό το φως των δαδών που άναβαν ξανά και έλεγε: «Ιερόν έτεκε πότνια κούρον, Βριμώ, Βριμόν» δηλαδή «η σεβαστή Βριμώ γέννησε τον Βριμόν». Τότε οι μύστες έστρεφαν το κεφάλι τους προς τον ουρανό και φώναζαν «ύε» και κοιτάζοντας προς την γη «κύε», δηλαδή φώναζαν προς τον Δία-Ουρανό «βρέξε» και προς την Δήμητρα-Γη «καρποφόρησε».


Το Βριμώ είναι επίθετο και σημαίνει την οργισμένη, την λυσσασμένη και συχνά συναντάται σαν προσωνύμιο μεγάλων θεαινών όπως η Περσεφόνη, η Δήμητρα, η Εκάτη και η Κυβέλη. Αν η Βριμώ είναι η Περσεφόνη τότε το θεϊκό παιδί είναι ο Διόνυσος Ζαγρέας, αν η Βριμώ είναι η Δήμητρα τότε το θεϊκό παιδί είναι ο Πλούτος. Το θεϊκό παιδί για τους περισσότερους μελετητές είναι ο Διόνυσος Ζαγρέας που είναι και αυτός οργισμένος, κυνηγάει και εντοπίζει την προς εκθέωση ψυχές, αλλά κατά άλλους είναι ο ίδιος ο μύστης, που πρέπει να ξαναγεννηθεί πνευματικά μέσω της ένωσης του άρρενος με το θήλυ.


Θερισμένο στάχυ

Ο Ιππόλυτος επίσης αναφέρει ότι ο Ιεροφάντης έδειχνε σιωπηλά στους επόπτες το τελειότερο εποπτικό μυστήριο, «ένα εν σιωπή θερισμένο στάχυ», που είχε θερίσει ο ίδιος. Ο καρπός του σταριού λέγεται «πυρός» και φέρει μακριές λεπτές ακτίνες που τείνουν προς τα άνω, συμβολίζοντας την μυητική γνώση, η οποία συνδέεται με τα ουράνια. Η επίδειξη των ιερών αντικειμένων έδινε στους μύστες χαρά και την βεβαιότητα ότι θα γίνουν αθάνατοι και δεκτοί από τον Διόνυσο στα Ηλύσια Πεδία. Κάποιοι μελετητές πιστεύουν ότι το θερισμένο στάχυ αντιπροσώπευε τον άνθρωπο και το κόψιμο του, τον θάνατο. Βλέποντας οι επόπτες το στάχυ αναγνώριζαν το σύμβολο ανθρώπου, αρχικά χθόνιου και στην συνέχεια με την κατάκτηση της αθανασίας, ενός ουράνιου θεανθρώπου ή «κατά σχέσιν δαίμονος» σύμφωνα με τον Πρόκλο. Επίσης άλλοι μελετητές πιστεύουν ότι στην εποπτεία υπήρχε το δράμα του Διονύσου, ο θάνατος και η ανάσταση του.


Τέλος εποπτείας

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέει ότι προς το τέλος της εποπτείας, οι μύστες έλεγαν: «ενήστευσα, έπιον τον κυκεώνα, έλαβον εκ κίστης, εργασάμενος απεθέμην εις κάλαθον και εκ καλάθου εις κίστην», δηλαδή «νήστεψα, ήπια τον κυκεώνα, πήρα μέσα από την κίστη και αφού δοκίμασα το έβαλα στον κάλαθο και από τον κάλαθο το επέστρεψα στην κίστη». Κατά αρχάς δεν ξέρουμε τι δοκίμαζαν, αλλά οι περισσότεροι μελετητές υποθέτουν ότι πρόκειται για φαγώσιμα γλυκίσματα. Τα γλυκίσματα συμβολίζουν τον γλυκασμό της ψυχής με την μυστηριακή γνώση, την οποία οι μύστες δεν την κρατούν μόνο για τον εαυτό τους, αλλά την τοποθετούν στην κίστη για να την βρουν και άλλοι. Πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι ο Κλήμης μιλάει για μια ιεροτελεστία που λάμβανε χώρα στην Ελευσίνα της Αιγύπτου, όπου ο Πτολεμαίος Α’, ο Σωτήρας (367-282 π.Χ.) κάλεσε τον Τιμόθεο, ένα μέλος των Ευμολπιδών για να καθιερώσει και να καθοδηγήσει τα εκεί Μυστήρια, γιατί στα αυθεντικά Ελευσίνια Μυστήρια δεν γνωρίζουμε τίποτα για κάλαθο, παρά μόνο για κίστη. Ο λεξικογράφος Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, που άκμασε τον 5ο αιώνα μ.Χ. λέει ότι τα μυστήρια ολοκληρώνονταν λέγοντας οι μύστες «κόγξ ομ πάνξ», πιθανόν αρχαίες Πελασγικές φράσεις που σε ελεύθερη απόδοση ίσως σημαίνουν «ο θεός να δώσει να εκπληρωθούν οι πόθοι σου». Σε κάθε περίπτωση η εποπτεία ήταν μια επαφή με κάτι μη υλικό, ήταν επαφή με ένα υπερβατικό συναίσθημα που ανύψωνε τον άνθρωπο που το ένοιωθε.


Συμβολισμός των δύο μυστικών δραμάτων

Τα Ελευσίνια Μυστήρια είχαν σχέση με τους 3 θεούς: Δήμητρα, Περσεφόνη και Διόνυσο. Η Περσεφόνη στο φυσικό επίπεδο συμβολίζει τον σπόρο του σιταριού, που τον χειμώνα θαμμένος στο χώμα φαίνεται να πεθαίνει αλλά την άνοιξη επανέρχεται στο φως και ξαναβλασταίνει. Σε ένα υψηλότερο επίπεδο η Περσεφόνη αντιπροσωπεύει την Ατομική Ψυχή η οποία έρχεται στην γη ενταφιαζόμενη σε ένα σώμα, για να μαθητεύσει και μέσα από ένα μεγάλο κύκλο ενσαρκώσεων να εξελιχθεί και να καθαρθεί μέσα από την αρετή και την μυστηριακή γνώση, ανεβαίνοντας επίπεδο από την βάση των έλλογων όντων, στην οποία ανήκει ο άνθρωπος, στο επίπεδο του αγγέλου, για να συναντήσει τελικά την μητέρα της Δήμητρα, την Μεγάλη Μητέρα, την Ψυχή του Κόσμου, την ανώτατη πηγή ζωογονίας.


Ο Λύσιος Διόνυσος - Ίακχος είναι ο Θείος Νους, η Θεία ουσία που εκπορεύεται εκ του Κοσμικού Πατρός (Διός Νους), αλλά ονομάζεται διμήτωρ, γιατί ερχόμενος προς ενσάρκωση έχει 2 μητέρες, την Περσεφόνη και την Σεμέλη (ψυχή και σώμα) και είναι διφυής, χθόνιος και μεριστός με πεδίο δράσης την γη, αφού η γονιμοποιητική δύναμη του Θείου Νου, υπό την μορφή του Σπινθήρα, δίνει ζωή στα σώματα των ανθρώπων και ολύμπιος και αμέριστος, υπό την μορφή του Θείου Νου, με πεδίο δράσης τους θείους κόσμους. Ο Θείος Νους (Διόνυσος) είναι αυτός που φωτίζει την Ατομική Ψυχή (Περσεφόνη) και την βοηθάει να ανακαλύψει την Θεϊκή Ουσία, τον Θείο Σπινθήρα ή Ανώτερο Εαυτό και εφορεύει όλη την πορεία της εκθέωσης του ανθρώπου.


Ο πρώτος βαθμός μύησης είναι η έλευση της ψυχής στους θείους κόσμους. Το πως θα πραγματοποιηθεί αυτή η μετάβαση από την θνητότητα στην αθανασία είναι το θέμα του δεύτερου βαθμού μύησης, της εποπτείας, που αφορά τα Μυστήρια του Διονύσου, του Λύσιου Ιάκχου, που λύνει τα δεσμά της ατομικής ψυχής (Περσεφόνης) ώστε να μπορέσει κάποτε να επιστρέψει στον Κοσμικό Νου, στα Ηλύσια Πεδία στην Χώρα των Μακάρων και να λήξει ο κύκλος των ενσαρκώσεων.


Τα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν η οδός της θέωσης του ανθρώπου, η υπέρβαση της Τιτανικής φύσης και του φόβου του θανάτου, η ατραπός του φωτός.

 
 
 

Comments


bottom of page